Κοιμήσου αγιοκέρι μου
Βουβός λυγμός που στάθηκε, σαν κουρνιαχτός στις λέξεις
σαν είναι τραίνο η μοναξιά, το δάκρυ πως ν’ αντέξεις.
Κουρσεύτηκαν τα χάδια μας, τα πήρε η καταιγίδα
αβυσσαλέα του φονιά, στου χρόνου την παγίδα.
Είναι στιγμές που γίνονται, οι μέρες μας σκοτάδια
άγριες νύχτες του χαμού, τραίνα, ψυχές, ρημάδια.
Ποιου ουρανού τα χρώματα, μπορούνε ν’ αγκαλιάσουν
τόσων αγγέλων τα φτερά, τον πόνο να σκεπάσουν;
Έφτασα Μάνα μου…μην κλαις, πέσε γλυκά κοιμήσου,
τους δολοφόνους στείλετε, στα βάθη της αβύσσου.
Έχω μαζί τους φίλους μου, τα τρυφερά τους χάδια,
κρατώ τα λόγια που είπαμε, τα δύσκολα μας βράδια.
Κράτησα χρώμα της δροσιάς, να λούσω τα μαλλιά σας,
δάκρυ και μύρο της ροδιάς, να πλύνω τα κορμιά σας.
Βάσταξα μέσα μου βαθιά, του πόνου αγιοκέρι,
την ερημιά μου έκαμα, δαμασκηνό μαχαίρι…
Κοιμήσου αγιοκέρι μου φως και ζωή, αναπνιά μου
χάδι και τρυφερέ μου ανθέ, λουλούδι τς’ ερημιάς μου.
Θα δώσω κάθε μου πνοή, να δικαστεί η αλήθεια,
που οι δολοφόνοι πράττουνε, συγκάλυψης συνήθεια.
Στέκει η Μάνα και θρηνεί, στα μαύρα καρτερεύει,
στα ρόδα που της κόψανε, δικαίωση γυρεύει.
Βαστώ τον άδικο θεό, τ’ άδικο τ’ απανθρώπου,
στην ύβρι στέκει η Νέμεσις, καταμεσής του τόπου.
_______________
Βουβός Λυγμός
Κι ήταν η νύχτα πυρκαγιά κι η μέρα από βράχο.
Μοναχά η λόγχη της εγκατάλειψης κι η δυστυχία των ανέμων,
κούρνιαζαν στα ξερά χόρτα και στα ματωμένα κορμιά τούτη την ώρα.
Ο βράχος που θρηνούσε τη μάνα γη
και τα κοράκια που σφάδαζαν στον κουρνιαχτό της νύχτας.
Ο σαρκοβόρος θάνατος πάνω στην αθάνατη άλγη,
η αστραπή που κάθιζε πάνω στα φρύδια των γκρεμών να ξαποστάσει,
να πιει αίμα που κυλούσε στα ποτάμια και στα θροΐσματα της τελευταίας ανάσας,
μιας γης που βούλιαζε κόκκινη στο βρόμικο νυφικό της φόρεμα.
Κι ακροβατούσαν στις χαραμάδες της νύχτας ξυπόλητοι, κουρελιασμένοι,
με ματωμένα κορμιά -μικροί Άγγελοι τα παιδιά μας-
Περπατούσαν στ’αποκαΐδια μαυρισμένα από τις στάχτες,
χωρίς να έχουνε κάπου να πάνε…
Κι έρχονταν η πυρκαγιά καίγοντας τα κορμιά ,
έτσι, που μόνο την ανάμνηση μιας δόλιας μάνας το ουρλιαχτό είχαν πια,
ξερό κλαδί στο πέρασμα της.
Κι έμπαιναν στην αγκαλιά του πατέρα ζητώντας προστασία,
το άσβηστο παρηγορητικό χάδι πριχού πετρώσουν και χαθούν οι καρποί μιας αξόδευτης ζωής,
ένα καταραμένο τραίνο που έσπερνε θάνατο και σκοτάδι …
Πέτρα βαριά τα ουρλιαχτά. Πέτρα βαριά ο θάνατος.
Κι ήρθενε η ώρα που γεννοβολούσε τ’ αγρίμι και στάλαζε το βογγητό,
βάφοντας το φρύδι τ’ ορίζοντα,
καθώς άνοιγε να περάσουν τα παιδιά που κινούσαν αργοφτέρουγα
στο στερνό τους ταξίδι φορτωμένοι στις πλάτες τους νεκρούς φίλους,
τα αλησμόνητα χάδια, την τρυφερή τους κατανόηση.
(Παραδίπλα οι δολοφόνοι μες’ την άγρια αμαρτία,
βουτηγμένοι σε μια ανισόρροπη παράνοια «αγνοί και αναμάρτητοι»
μαύρα κοράκια ασελγούσαν πάνω στα κομματιασμένα νεανικά κορμιά).
Ξοπίσω οι Μανάδες τους, σαν έπαιζαν ανέμελα κρυφτό με τον θάνατο,
κυνηγώντας χρώματα σκόρπια τις κομματιασμένες αναμνήσεις…
Ένα κύμα σβήνει τη μνήμη από την ακρογιαλιά του χάρτη μας
και μένουν τα παιδικά παιγνίδια κομματιασμένα μαζί τα τρυφερά αγγίγματα,
οι αγάπες που δεν πρόλαβαν ν’ ανθίσουν, τα τελευταία λόγια , «θα σ’ αγαπώ για πάντα»…
Τα χιλιοκαμμένα ρούχα μαρτυρούσαν την φρίκη που κρέμονταν από τον ετοιμόρροπο κόσμο.
Εκεί, στην άκρη του ορίζοντα κατέβαινε η θάλασσα απ’ τον ουράνιο θόλο της
και ξέπλενε το γκρίζο μουντό, τις στάχτες και τ’ αποκαΐδια,
γιάτρευε τις πληγές των οδοιπόρων-ντύνοντας τους με καθάριο φως-
καθώς κινούσαν κι έσβηναν μέσ’ στον άνεμο και τον χρόνο.
Έφτασα μαμά… Έφτασα… Κοιμήσου… Σ’ αγαπώ…
2025 Ηρακλής Αντωνογιαννάκης