Είχαμε γράψει πριν δυο μήνες περίπου για το Σουδάν και την ανθρωπιστική κρίση που αντιμετωπίζει. Ας δούμε σήμερα τις σχέσεις ανάμεσα στους γείτονες Σουδάν και Αίγυπτο. Η Αίγυπτος και το Σουδάν (η Νουβία των αρχαίων Ελλήνων) έχουν μακροχρόνιους πολιτιστικούς και ιστορικούς δεσμούς.

Το Σουδάν είναι η πιο περίπλοκη από όλες τις υπάρχουσες αραβικές χώρες. Στην περιοχή μαίνονται συνεχώς εμφύλιοι πόλεμοι. Και αυτά τα προβλήματα πηγαίνουν αρκετά πίσω στην ιστορία.
Το Σουδάν έγινε αραβική και ισλαμική περιοχή σχετικά πρόσφατα, από τον 15ο αιώνα και μετά! Είναι η μόνη σύγχρονη αραβική χώρα που δεν κατακτήθηκε από το Αραβικό Χαλιφάτο, αλλά για αιώνες αντιπροσώπευε μια ιδιαίτερη διαμόρφωση των Πριγκιπάτων της Νουβίας με αφρο-βυζαντινά χαρακτηριστικά, τα οποία οι Άραβες δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν. Υπήρχε ένα σύμφωνο μη επίθεσης για 7-8 αιώνες μεταξύ του Αραβικού Χαλιφάτου και των Πριγκιπάτων της Νουβίας. Και παρόλο που Αιγύπτιοι εγκαταστάθηκαν στο Σουδάν στην αρχή από τον 8ο αιώνα, δεν έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα, χαρακτηρίζοντας έτσι τη σταδιακή εξάπλωση του Ισλάμ.
Το Ισλάμ στο Σουδάν κυριάρχησε μόνο τον 15ο αιώνα, όταν οι αραβικές φυλές των Βεδουίνων κατέλαβαν την εξουσία στα βόρεια του σημερινού Σουδάν, μετά την οποία άρχισε ο εξισλαμισμός και μέσω αυτού η αραβοποίηση. Ωστόσο, το ιδιαίτερο αυτό «σουδανικό Ισλάμ» διέφερε από το πρότυπο, συνδυάζοντας και χαρακτηριστικά του χριστιανισμού και του ανιμισμού. Από το 1718 μέχρι το 1762 το αραβικό Τάγμα των Σούφι Hamaj που βρισκόταν στο νουβιόφωνο βορειοανατολικό τμήμα του σημερινού Σουδάν ανέτρεψε τον σουλτάνο του σουλτανάτου του Φουντζ (Funj ή Sultanate of Sennar), Μπαντί 4ο (Badi IV) κι άρχισε να εξαπλώνει το Ισλάμ στη χώρα, αφαιρώντας από αυτό τα χαρακτηριστικά άλλων θρησκειών. Από τότε, η σκληρή αραβοποίηση και ο εξισλαμισμός άρχισαν, θέτοντας τα θεμέλια για τη μετατροπή του Σουδάν σε αραβική χώρα με αφρικανικά χαρακτηριστικά.
Τον 19ο αιώνα, η Αίγυπτος κάτω από την κυριαρχία των Κεντίβων της δυναστείας του Μωάμεθ Αλί Πασά (Mohammed Ali Pasha ή Muhammad Ali of Egypt) άρχισε να κερδίζει το ρόλο της, έχοντας πραγματοποιήσει επιτυχημένες διοικητικές και στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις με την υποστήριξη του Ναπολέοντα Βοναπάρτη (Napoléon Bonaparte, 15/8/1769 – 5/5/1821). Ο Ναπολέων έστειλε τους συμβούλους του στο Κάιρο, βοηθώντας τον Μωάμεθ Αλί Πασά να πραγματοποιήσει μεταρρυθμίσεις με γαλλικό τρόπο, που μετέτρεψαν την Αίγυπτο από μια «μουχλιασμένη» επαρχία, που μαράζωνε κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό, σε ένα σχεδόν ανεξάρτητο και ισχυρό κράτος — σε σχέση με τους Οθωμανούς εκείνης της εποχής. Και ο Μωάμεθ Αλί Πασά, νιώθοντας τη δύναμή του, άρχισε να πραγματοποιεί αιγυπτιακή επέκταση στη Νουβία, καταλαμβάνοντας το βόρειο τμήμα της χώρας το 1821, αλλά και την περαιτέρω κατάκτηση του νότιου τμήματος (η σημερινή χώρα του Νότιου Σουδάν, η οποία μέχρι πριν από την απόσχιση του 2011 ήταν μέρος του Σουδάν). Αν και παρεμποδίστηκε από αδιάβατους βάλτους και βρήκε σθεναρή αντίσταση από τους Shaigiya και άλλες τοπικές φυλές της Ανατολικής Αφρικής εντελώς ξένες προς το Ισλάμ και τους Άραβες, ωστόσο κατάφερε να καταλάβει μέρος του νότιου Σουδάν, ονομάζοντάς το «Επαρχία της Ισημερινής», σημειώνοντας το νότο στους χάρτες τους ως το έδαφος των σουδανικών περιουσιών του.
[Ιστορική παρένθεση: μετά το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης του 1821 κατά των Οθωμανών Τούρκων, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ο Δίκαιος προσέφερε στον Μωάμεθ Αλί Πασά το νησί της Κρήτης με αντάλλαγμα την υποστήριξή του στην κατάπνιξη της εξέγερσης. Ο Μωάμεθ Αλί Πασά έστειλε 35.000 στρατιώτες, 100 μεταγωγικά και 63 πλοία συνοδείας, το 1824, υπό τη διοίκηση του γιου του, Ιμπραήμ Πασά (4/3/1789 – 10[22]/11/1848). Ο Ιμπραήμ υπέστη διαδοχικές ήττες κατά την εισβολή στον Μωριά το 1825. Κατέλαβε το Μεσολόγγι το 1826. Οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής (Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία) επενέβησαν για να βοηθήσουν την ελληνική επανάσταση ως ανάχωμα στην επεκτατική ατζέντα του Ιμπραήμ, η οποία απειλούσε την ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις 20 Οκτώβρη 1827 στη μάχη του Ναβαρίνου, ενώ βρισκόταν υπό τη διοίκηση του Μουχαράμ Μπέη, του εκπροσώπου των Οθωμανών, ολόκληρο το αιγυπτιακό ναυτικό βυθίστηκε από τον ευρωπαϊκό συμμαχικό στόλο. Με τον στόλο της ουσιαστικά κατεστραμμένο, η Αίγυπτος δεν είχε τρόπο να υποστηρίξει τις δυνάμεις της στην Ελλάδα και αναγκάστηκε να αποσυρθεί.]
Η Αίγυπτος, μετά τον Μωάμεθ Αλί Πασά και τον γιο του Ιμπραήμ Πασά, έγινε εξαρτημένη από τη Μεγάλη Βρετανία· στην πραγματικότητα μια αγγλική αποικία λόγω χρεών στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Το Σουδάν, ως τμήμα της Αιγύπτου, βρέθηκε αυτόματα κάτω από τον αγγλικό ζυγό.
Ωστόσο, το διοικητικό καθεστώς του Σουδάν άλλαξε μετά την ισχυρή εξέγερση των Μαχντιστών του τάγματος Sufi Samaniyya, με επικεφαλής τον Μωάμεθ Αχμάντ (Muhammad Ahmad bin Abd Allah, 12/8/1845 – 22/6/1885), ο οποίος αυτοανακηρύχθηκε Ιμάμ Μαχντί -ο ισλαμικός Μεσσίας. Επικράτησε προσωρινά και έφερε αλλαγές στην περιοχή, ανέτρεψε την εξουσία των Αιγυπτίων και των Βρετανών, ανακηρύσσοντας το Ισλαμικό Κράτος του Σουδάν με την πρωτεύουσά του το Ομντουρμάν (Omdurman).
Η διακυβέρνηση του Σουδάν από τους Μαχντιστές κατέληξε άσχημα για το λαό του. Η οικονομία του Σουδάν είχε σχεδόν καταστραφεί και ο πληθυσμός είχε μειωθεί κατά το ήμισυ περίπου λόγω της πείνας, των ασθενειών, των διώξεων και των πολεμικών συγκρούσεων. Εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν στο Σουδάν από την αρχή του μαχντιστικού κράτους μέχρι την πτώση του. Κανένας από τους παραδοσιακούς θεσμούς της χώρας δεν παρέμεινε ανέπαφος. Οι φυλές είχαν διχαστεί ως προς τη στάση τους απέναντι στον μαχντισμό, οι θρησκευτικές αδελφότητες είχαν αποδυναμωθεί και οι ορθόδοξοι θρησκευτικοί ηγέτες είχαν εξαφανιστεί.
Το 1895, ο Βρετανός πρωθυπουργός Λόρδος Ρόμπερτ Σέσιλ (Robert Gascoyne-Cecil, 3. Marquess of Salisbury) εξουσιοδότησε τον Βρετανό στρατάρχη και ανθύπατο Χέρμπερτ Κίτσενερ (Horatio Herbert Kitchener, 24/6/1850 – 5/6/1916), πασίγνωστο από τη συμμετοχή του στους αποικιακούς πολέμους, να ξεκινήσει εκστρατεία για την ανακατάληψη του Σουδάν. Η Βρετανία παρείχε άνδρες και υλικό, ενώ η Αίγυπτος χρηματοδότησε την εκστρατεία. Το αγγλο-αιγυπτιακό «εκστρατευτικό σώμα του Νείλου» περιελάμβανε 25.800 άνδρες, εκ των οποίων οι 8.600 ήταν Βρετανοί. Οι υπόλοιποι ήταν στρατιώτες που ανήκαν σε αιγυπτιακές μονάδες. Η εκστρατεία ανακατάληψης του Σουδάν διάρκεσε δυο χρόνια και κορυφώθηκε στη μάχη του Ομντουρμάν το 1898. Οι δυνάμεις του Κίτσενερ, διαθέτοντας στρατιωτική υπεροπλία, συνέτριψαν τους πολεμιστές του Μαχντί και αποκατέστησαν τον βρετανικό έλεγχο στο Σουδάν.
Έτσι το Σουδάν έγινε όχι μόνο μέρος της Αιγύπτου, αλλά και μιας συγκυριαρχίας (κοινή ιδιοκτησία της Αιγύπτου και της Μεγάλης Βρετανίας), που διοικούνταν από μια μικτή Αγγλο-Αιγυπτιακή διοίκηση. Μέχρι το τέλος της μοναρχίας στο Βασίλειο της Αιγύπτου, ο βασιλιάς της Αιγύπτου ήταν επίσης ο βασιλιάς του Σουδάν. Δηλαδή από τότε που η Αίγυπτος έγινε αποικία των Βρετανών, το Σουδάν έγινε επίσης μια αγγλική αποικία, όπου οι Αιγύπτιοι είχαν εξουσία μόνο τυπικά. Έτσι από το 1899 έως το 1956, το Σουδάν ήταν συγκυριαρχία της Αιγύπτου και της Μεγάλης Βρετανίας.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα, οι Βρετανοί άρχισαν να χωρίζουν το ίδιο το Σουδάν σε δύο μέρη, δημιουργώντας δύο διαφορετικές διοικήσεις: στον μουσουλμανικό Βορρά με έδρα στο Χαρτούμ και στον μη αραβικό νότο με έδρα στη Τζούμπα, επιβάλλοντας τον χριστιανισμό και τα αγγλικά ως επίσημη γλώσσα. Έτσι, οι Βρετανοί είχαν ήδη θέσει τα θεμέλια για την αυτονόμηση του νότιου Σουδάν, ακόμη και πριν από την ανεξαρτησία του.
Το 1947 συγχώνευσαν τη νότια με τη βόρεια αγγλο-αιγυπτιακή Διοίκηση, συνδέοντας αποτελεσματικά έναν χρονοδιακόπτη πυροδότησης σε ένα «σουδανικό βαρέλι» με μπαρούτι.
Την 1/1/1956 το Σουδάν αποκτά την ανεξαρτησία του, μετά από 136 χρόνια Αιγυπτιακής κατοχής και 56 χρόνια Βρετανικής. Σχετικά με την ανεξαρτησία του Σουδάν το 1956, όταν ο Αιγύπτιος ηγέτης Γκαμάλ Νάσερ (Gamal Abdel Nasser Hussein, 15/1/1918 – 28/9/1970) ανέτρεψε τους φιλοβρετανούς βασιλιάδες στην Αίγυπτο, γνώριζε ήδη εκ των προτέρων ότι το Σουδάν δεν ανήκε στην Αίγυπτο, αν και ήταν επίσημα μέρος της Αιγύπτου, επειδή οι Βρετανοί παραχώρησαν τα δικαιώματά τους στο πλαίσιο της συγκυριαρχίας. Επιπλέον, ο Νάσερ γνώριζε προσωπικά πολύ καλά τι ήταν το Σουδάν, επειδή υπηρέτησε εκεί, στο Χαρτούμ και είχε σαφή κατανόηση της κατάστασης· ότι αποτελούσε μια πυριτιδαποθήκη και ότι η διακυβέρνηση ενός γιγαντιαίου Σουδάν θα ήταν δύσκολο έργο για τρεις κύριους λόγους:
►Το κίνημα αυτονομίας του νότιου Σουδάν, το οποίο ήταν σχεδιασμένο από το Λονδίνο. Ο Νάσερ ήξερε, ότι ακόμα κι αν μπορούσε να αρπάξει το Σουδάν από τα νύχια των Βρετανών (και ήταν πολύ δύσκολο), θα του δημιουργούσαν μεγάλο πρόβλημα υποστηρίζοντας και οπλίζοντας τους νότιους, αναγκάζοντας τους Αιγυπτίους να ξοδέψουν χρήματα σε έναν δύσκολο και δαπανηρό εσωτερικό πόλεμο για να κρατήσουν αυτό το έδαφος.
►Το Σουδάν εκείνη την εποχή δεν ήταν μόνο πολύ μεγαλύτερο από την ίδια την Αίγυπτο· το Σουδάν ήταν μία από τις μεγαλύτερες χώρες στον κόσμο και η μεγαλύτερη χώρα στην Αφρική.
►Εκπροσωπούσε ένα μωσαϊκό διαφορετικών φυλών και μη αραβικών εθνικοτήτων που δεν συγχρωτίζονται πάντα μεταξύ τους, πράγμα που θα οδηγούσε και σε άλλες πιθανές στρατιωτικές συγκρούσεις στην περιοχή, τις οποίες ο Αιγυπτιακός στρατός θα έπρεπε να καταστέλλει, διογκώνοντας έτσι τον στρατιωτικό προϋπολογισμό και τον αριθμό των στρατευμάτων εκεί σε αδιανόητα ποσά. Εξαιτίας αυτών, η αιγυπτιακή οικονομία θα έπρεπε να ρίξει ολόκληρο τον προϋπολογισμό της στο Σουδάν, εμποδίζοντας τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις και τη βελτίωση της ευημερίας του ίδιου του λαού της.
Ο Νάσερ παρέλαβε την Αίγυπτο από τους αγγλόδουλους βασιλιάδες, μια εξαιρετικά καθυστερημένη και υπανάπτυκτη χώρα και γνώριζε ότι το Σουδάν ήταν δύο φορές πιο φτωχό και καθυστερημένο από την Αίγυπτο. Στην ίδια την Αίγυπτο, η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν ανίκανη να διαβάσει και να γράψει και κυριολεκτικά ήταν απαραίτητο να μεταφερθούν οι Αιγύπτιοι από γαϊδούρια σε αυτοκίνητα, από καλύβες σε σπίτια, να αλφαβητιστούν και να ξεκινήσουν ξανά από την αρχή.
Οι Βρετανοί, οι Γάλλοι αποικιοκράτες και οι Σιωνιστές επιτέθηκαν αμέσως στην Αίγυπτο, η οποία ανέκτησε την κυριαρχία της στη διώρυγα του Σουέζ, κρατικοποιημένη από τον Νάσερ με την υποστήριξη της ΕΣΣΔ. Στη συνέχεια ξεκίνησε μια σειρά από σημαντικές σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό της Αιγύπτου. Ο Νάσερ απελευθέρωσε επίσης το Σουδάν. Δεν εγκατέλειψε το Σουδάν στην τύχη του, αλλά το βοήθησε οικονομικά και στρατιωτικά. Το Σουδάν έπρεπε να προστατευθεί, να εξασφαλιστεί, να αναπτυχθεί για να το φέρει τουλάχιστον στο επίπεδο της Αιγύπτου. Η Αίγυπτος δεν κράτησε το Σουδάν στη σύνθεσή της με κανέναν τρόπο, και ευτυχώς, γιατί αν δεν το είχε αφήσει να φύγει, θα είχε διαλυθεί μαζί του.
Μόλις το Σουδάν έγινε ανεξάρτητο το 1956, ο πόλεμος για την ανεξαρτησία του νότου ξέσπασε αμέσως, όπως το οργάνωσαν οι Βρετανοί και κράτησε μέχρι το 1971.
Ο Νάσερ υποστήριξε την ενότητα όλων των Αράβων, αλλά πέθανε νέος στα 52 του, χωρίς να προλάβει να ολοκληρώσει όλες τις τολμηρές ιδέες του…
Το 1979, το Σουδάν έγινε μια από τις λίγες αραβικές χώρες που υποστήριξαν την απόφαση του Αιγύπτιου προέδρου Ανουάρ Σαντάτ (Muhammad Anwar es-Sadat 25/12/1918 – 6/10/1981) να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με το σιωνιστικό ισραήλ.
Στη συνέχεια, ο Σουδανός πρόεδρος Τζαφάρ Μοχάμεντ Νιμεϊρί (Gaafar Muhammad an-Nimeiry, 1/1/1930 – 30/5/2009) διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην αποκατάσταση της επικοινωνίας της Αιγύπτου με τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο. Το 1985, ο Τζαφάρ Νιμεϊρί ήταν στην Αίγυπτο, μετά από ταξίδι στις ΗΠΑ, όταν ανατράπηκε πραξικοπηματικά η κυβέρνησή του. Ο Αιγύπτιος πρόεδρος Χόσνι Μουμπάρακ (Muhammad Hosni Sayid Sayid Ibrahim Mubarak, 4/5/1928 – 25/2/2020) χορήγησε πολιτικό άσυλο στον Τζαφάρ Νιμεϊρί και απέρριψε τα επακόλουθα αιτήματα του Σουδάν για την έκδοσή του.
Μετά την ανατροπή του Άραβα σοσιαλιστή Τζαφάρ Νιμεϊρί, ακολούθησε ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος στο νότο του Σουδάν (1985-2005).
Από το 1986, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών βελτιώθηκαν σταδιακά και μέχρι τη στιγμή που πραγματοποιήθηκε το πραξικόπημα στο Σουδάν το 1989, ήταν ήδη σχετικά φυσιολογικές. Αλλά από το 1989, το Σουδάν έχει αρχίσει να αποστασιοποιείται από τον παραδοσιακό σύμμαχο του, την Αίγυπτο. Το 1991, οι σχέσεις μεταξύ Σουδάν και Αιγύπτου ήταν τεταμένες. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι το Κάιρο είχε υποστηρίξει τον Τζαφάρ Νιμεϊρί.
Οι σχέσεις με την Αίγυπτο επιδεινώθηκαν σταθερά από τότε που το Συμβούλιο Διοίκησης της Επανάστασης Εθνικής Σωτηρίας ανέλαβε την εξουσία στο Σουδάν. Ο Σουδανός πρόεδρος Ομάρ Μπεσίρ (Omar Hassan Ahmad al-Bashir, 1/1/1944) ήταν πεισμένος ότι η Αίγυπτος υποστήριζε πολιτικούς της αντιπολίτευσης στο Σουδάν, μερικοί από τους οποίους είχαν λάβει πολιτικό άσυλο στη χώρα αυτή. Η Αίγυπτος επέτρεψε στο αντιπολιτευόμενο Κόμμα Εθνικής Δημοκρατικής Συμμαχίας (National Democratic Alliance) του Σουδάν να λειτουργήσει στο έδαφός της. Ο Αχμέντ Αλί αλ-Μιργκάνι (Ahmad Ali Al-Mirghani 16/8/1941 – 2/11/2008) τρίτος πρόεδρος του Σουδάν (1986-1989) και άλλοι ηγέτες της αντιπολίτευσης, συμπεριλαμβανομένου του Τζαφάρ Νιμεϊρί, επέκριναν τακτικά την κυβέρνηση του Σουδάν ενώ βρισκόταν στο Κάιρο. Στις αρχές του 1990, η αιγυπτιακή κυβέρνηση κάλεσε μια υψηλόβαθμη αντιπροσωπεία του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού του Σουδάν στο Κάιρο, η οποία τέντωσε σοβαρά τις σχέσεις με το Σουδάν. Το 1990, ο Χόσνι Μουμπάρακ κατηγόρησε το Σουδάν ότι ανέπτυξε Ιρακινούς πυραύλους στο έδαφός του και σκόπευε να επιτεθεί στο φράγμα του Ασουάν. Το 1991, το Σουδάν αρνήθηκε να ενταχθεί στον αραβικό συνασπισμό και να πολεμήσει εναντίον του Ιράκ, το οποίο δέχθηκε έντονη αρνητική κριτική από τις αιγυπτιακές αρχές. Από το 1991, η Αίγυπτος παρείχε ανοιχτά οικονομική υποστήριξη σε ομάδες της αντιπολίτευσης στο Σουδάν.
Οι Σουδανοί και οι Αιγύπτιοι είναι αδέλφια. Οι καλύτεροι φίλοι και γείτονες. Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά σήμερα τους έχουν μετατρέψει σε εχθρούς, τα συμφέροντα των αποικιοκρατών στην περιοχή και κύρια των Βρετανών και των Αμερικανών.
Η πιο προφανής διαμάχη των δύο γειτόνων σήμερα επικεντρώνεται γύρω από το τρίγωνο Halayeb, μια έκταση 20.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων στα σύνορα Αιγύπτου-Σουδάν που διεκδικείται και από τις δύο χώρες.
Εντωμεταξύ παράλληλα με τον εμφύλιο πόλεμο στο νότο, ο πόλεμος στη δυτική περιοχή του Σουδάν στο Νταρφούρ (Darfur, δηλ., βασίλειο των Φουρ) ξεκίνησε το 2003· μια συνεχιζόμενη σύγκρουση που έχει εκδιώξει δύο εκατομμύρια ανθρώπους από τα σπίτια τους και σκότωσε περισσότερους από 200.000.
Το νότιο τμήμα της χώρας απέκτησε αυτονομία το 2005 και στις 9/7/2011 το Νότιο Σουδάν απέκτησε την ανεξαρτησία του με την επίσημη ονομασία Δημοκρατία του Νότιου Σουδάν.
Στο Σουδάν, που από την ανεξαρτησία του το 1956 έγιναν 15 στρατιωτικά πραξικοπήματα, μαίνεται ο σημερινός εμφύλιος πόλεμος από την 15/4/2023 μέχρι και σήμερα και το μέγεθος της ανθρωπιστικής κρίσης που αντιμετωπίζει είναι τεράστιο.