ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Πρωτοπόροι διανοούμενοι εκπρόσωποι της αντιαποικιοκρατίας και του νεγροτισμού

Σε συνέχεια της αναφοράς μας για τα στερεότυπα των μύθων στην λογοτεχνία, ανιχνεύοντας την αντιαποικιοκρατία, την αποαποικιοποίηση και το νεγροτισμό (Negritude), κάνουμε σήμερα μια σύντομη παρουσίαση σε πρωτοπόρους διανοούμενους του κινήματος.

.
Αντιαποικιακή αφίσα (1967) του Σοβιετικού ζωγράφου και γραφίστα Βαντίμ Βολίκοφ (Вадим Петрович Воликов, 1927-1989).

■ Οι δύο αδελφές Πολέτ και Τζέιν Ναρντάλ (Paulette και Jeanne Nardal) γεννήθηκαν στη Μαρτινίκα, το μικρό νησί της Καραϊβικής. Στην οικογένειά τους ήταν επτά αδελφές. Αποτέλεσαν δύο σημαντικές προσωπικότητες στον κόσμο του πολιτισμού και της διανόησης των Αφρο-Καραϊβίων, κατά τον 20ό αιώνα. Από τις πρώτες γυναίκες αφρικανικής καταγωγής που εκπαιδεύτηκαν στο γαλλικό αποικιακό σύστημα. Αγωνίστηκαν για την κοινωνική μεταρρύθμιση, τα έργα τους πήραν δημοσιότητα και δημιούργησαν τεράστια επιρροή σε πολλούς από τους σημαντικότερους πολιτικούς, καλλιτέχνες, λογοτέχνες και διανοούμενους της εποχής τους και αργότερα, στο Παρίσι του Μεσοπολέμου. Δημιούργησαν μια πρώιμη παναφρικανική ταυτότητα, αγωνίστηκαν κατά της Ιταλικής εισβολής στην Αιθιοπία, δημιούργησαν γυναικεία πολιτικά δίκτυα, προώθησαν τον αφρικανικό πολιτισμό. Ήταν σημαντικές φιγούρες του νεγροτισμού που αναδύθηκε στη Γαλλία και επικεντρώθηκε απέναντι στην αποικιοκρατία, στην ανάδειξη και αποδοχή της Αφρο-Καραϊβικής ταυτότητας.

.
► Η Πολέτ (Paulette Nardal) γεννήθηκε στην πόλη Fwanswa την 12/10/1896 και πέθανε την 16/2/1985 στην Fodfwans της Μαρτινίκας, ήταν μία από τις πρώτες γυναίκες της γαλλικής αποικίας που προώθησαν τον νεγροτισμό στη Γαλλία και έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη του κινήματος της αντιαποικιακής διανόησης. Σπούδασε στη Σορβόννη και συνδέθηκε με το λογοτεχνικό και πνευματικό κύκλο των Γαλλοκαραϊβίων στην πόλη του Παρισιού.

Η Πολέτ δημοσιογράφος και συγγραφέας, δραστήριο μέλος του φεμινιστικού κινήματος, ήταν συνιδρύτρια του περιοδικού «Η Επιθεώρηση του Μαύρου Κόσμου» (La Revue du Monde Noir), το οποίο αποτέλεσε μια πλατφόρμα για τη διάδοση των ιδεών του νεγροτισμού, για την προώθηση της μαύρης ταυτότητας και κουλτούρας. Εργάστηκε στον ΟΗΕ για θέματα πολιτισμού και υποστήριξε την εκστρατεία του ηγέτη του Αφροαμερικανικού Κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των έγχρωμων ανθρώπων Δρ Μάρτιν Λούθερ Κινγκ (Martin Luther King Jr.). Η ίδια αναγνωρίζεται για τη σημασία της στην προώθηση της μαύρης κουλτούρας και της Αφρο-Καραϊβικής ενότητας.

► Η Τζέιν (Jeanne Nardal) γνωστή ως «Jane» (1/8/1902–19/11/1993), ήταν επίσης μια εξαιρετικά σημαντική προσωπικότητα. Ήταν συγγραφέας, φιλόσοφος, δασκάλα και πολιτική σχολιάστρια από την Αφρο-Καραϊβική. Είχε διαρκή παρουσία στις συζητήσεις γύρω από τις έμφυλες και φυλετικές ταυτότητες. Υπήρξε πολιτική ακτιβίστρια και εργάστηκε με την Πολέτ στην προώθηση των θεμάτων που αφορούσαν τη μαύρη ταυτότητα και τον νεγροτισμό. Αν και λιγότερο γνωστή από την αδελφή της, η Τζέιν επηρεάστηκε βαθιά από τα έργα των νεγροτιστών διανοουμένων και είχε σημαντική επιρροή στον διαπολιτισμικό διάλογο του 20ού αιώνα.

Η συνεισφορά και των δύο ήταν τεράστια στον τομέα της διανόησης, της τέχνης και του ακτιβισμού για τη μαύρη ταυτότητα και τον πολιτισμό, προσφέροντας μία πιο ισχυρή φωνή στη γαλλική και διεθνή πνευματική σκηνή για τους Αφρο-Καραϊβιανούς και γενικότερα τις κοινότητες της Αφρικανικής διασποράς. Με άλλα λόγια, οι αδελφές Nardal βοήθησαν να διαμορφωθεί η βάση του νεγροτισμού, προωθώντας την εθνική υπερηφάνεια, την ιστορική συνείδηση και την αξία της μαύρης κουλτούρας, συμβάλλοντας στην αναγνώριση της πολυμορφίας και των διαφορετικών ιστοριών των καταπιεσμένων φυλετικά κοινοτήτων.

Το έργο των αδελφών Ναρντάλ έχει σημαντική επίδραση στο κίνημα της αντιαποικιοκρατίας και στην πνευματική και πολιτιστική αναγνώριση της μαύρης ταυτότητας στην Ευρώπη και την Καραϊβική. Μερικά βασικά σημεία για το έργο τους:

.
♦ «Η Επιθεώρηση του Μαύρου Κόσμου» (La Revue du Monde Noir). Αυτό το περιοδικό υπήρξε μία από τις πιο καθοριστικές συνεισφορές των αδελφών Ναρντάλ στην ανάπτυξη του νεγροτισμού. Οι Ναρντάλ συνίδρυσαν το περιοδικό μαζί με τον Léo Sajous από την Αϊτή το 1931, το οποίο υπήρξε μια σημαντική πλατφόρμα για τη διανοητική και πολιτιστική έκφραση των μαύρων διανοουμένων, καλλιτεχνών και πολιτικών της εποχής. Μέσα από το περιοδικό αυτό, οι αδελφές προώθησαν τη σύνδεση μεταξύ των Αφρικανών και των Καραϊβιανών και την ανάγκη για ενότητα του μαύρου κόσμου απέναντι στην αποικιοκρατία και τις ρατσιστικές αντιλήψεις. Στο περιοδικό δημοσιεύτηκαν κείμενα από σημαντικούς διανοούμενους, όπως ο Aimé Césaire και ο Léopold Sédar Senghor, οι οποίοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο κίνημα της νεγροτιστικής διανόησης.

Προώθηση της νεγροτιστικής διανόησης και πολιτισμού. Οι αδελφές Ναρτάλ, ήταν από τις πρώτες που διατύπωσαν τη σημασία της σύνδεσης της αφρικανικής και καραϊβικής πολιτιστικής κληρονομιάς με τον δυτικό κόσμο. Είχαν την πεποίθηση ότι οι Αφρικανοί της διασποράς έπρεπε να αποκτήσουν συνείδηση της κοινής τους πολιτιστικής κληρονομιάς και να συνεργαστούν για την πολιτιστική και πνευματική τους ενδυνάμωση, ενάντια στην αποικιοκρατία. Πίστευαν ότι ο μαύρος κόσμος μπορούσε να επανεξετάσει τη δική του ταυτότητα και να απορρίψει τα καταστροφικά στερεότυπα της εποχής.

Η πολιτιστική επαναστατική στρατηγική. Η Πολέτ και η Τζέιν επεδίωξαν να ενισχύσουν την πολιτιστική συνείδηση και υπερηφάνεια στους μαύρους μέσω της τέχνης, της λογοτεχνίας και της διανόησης. Η Πολέτ με την εκπαίδευση και την εμπειρία της στη Γαλλία και ειδικά στο Παρίσι, δημιούργησε έναν χώρο για καλλιτέχνες και συγγραφείς που επηρέασαν τις επόμενες γενιές διανοουμένων. Διατηρούσαν ένα λογοτεχνικό σαλόνι, όπου συναντιόντουσαν Αφρικανοί, Δυτικοί Ινδοί και Αμερικανοί νέγροι.

Σχέσεις του νεγροτισμού και της Γαλλικής αντι-αποικιακής σκέψης. Το έργο τους επικεντρώθηκε στην αντίθεση στην αποικιοκρατία και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μαύρων. Ιδιαίτερα η Τζέιν είχε έντονη πολιτική δράση και συμμετείχε σε διάφορες κινήσεις σχετικά με την αποικιοκρατία και την ανάγκη για ανεξαρτησία των αφρικανικών και καραϊβικών χωρών. Το έργο τους βοήθησε να διαμορφωθεί η βάση για τις μετέπειτα κινήσεις για την ανεξαρτησία των αφρικανικών κρατών και την εξέλιξη του μαύρου ακτιβισμού στις αρχές του 20ού αιώνα.

Γυναικείο κίνημα και φεμινισμός. Ενώ η συμβολή τους επικεντρώθηκε κυρίως στο μαύρο πολιτιστικό και πολιτικό κίνημα, ήταν επίσης σημαντικό για την αναγνώριση της θέσης των γυναικών στην κοινωνία. Ως γυναίκες διανοούμενες και ακτιβίστριες, αναδείχτηκαν ως παράδειγμα αντίστασης και πολιτιστικής επανάστασης, και συνέβαλαν στην ανάπτυξη του φεμινιστικού κινήματος της μαύρης διασποράς, που αναγνώριζε και τον ρόλο των γυναικών στις διαδικασίες αυτοπροσδιορισμού και απελευθέρωσης.

Οι αδελφές βοήθησαν να διαμορφωθεί ο πνευματικός και πολιτιστικός διάλογος γύρω από τη μαύρη ταυτότητα, ενισχύοντας τη σύνδεση μεταξύ των κοινοτήτων της Αφρικής και της Καραϊβικής και συμβάλλοντας στην ανάπτυξη του κινήματος που επηρέασε την τέχνη, τη λογοτεχνία και τις πολιτικές στρατηγικές του 20ού αιώνα.

■ Ο Εμέ Σεζέρ (Aimé Fernand David Césaire, 26/6/1913-17/4/2008) ήταν ένας από τους πιο εξέχοντες ποιητές και διανοούμενους του 20ού αιώνα, καθώς και ένας από τους βασικούς ιδρυτές του κινήματος του νεγροτισμού. Γεννήθηκε στο Baspwent της Μαρτινίκας το 1913 και πέθανε στην πρωτεύουσα Fodfwans (στα γαλικά Fort-de-France) το 2008. Ο Σεζέρ υπήρξε μια σημαντική φιγούρα όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στην πολιτική σκηνή, παλεύοντας για τα δικαιώματα των μαύρων και εναντίον της αποικιοκρατίας. Ο Σεζέρ αναγνώρισε τη σημασία της ταυτότητας και της πολιτιστικής κληρονομιάς των Αφρικανών, ιδιαίτερα αυτών που ζούσαν υπό την αποικιακή καταπίεση. Τα έργα του εξερευνούν τις συνέπειες της αποικιοκρατίας και προβάλλουν την ανάγκη αναγνώρισης της αξίας των αφρικανικών πολιτισμών. Ο ίδιος προώθησε την επανάσταση εναντίον του πολιτιστικού αποικιοκρατισμού και την επαναφορά της υπερηφάνειας για τις ρίζες των Αφρικανών.

.
Μερικά από τα σημαντικά έργα του:

♦ «Τετράδιο της επιστροφής στη γενέθλια χώρα» (Cahier d’un retour au pays natal, 1939). Αυτό το έργο είναι το πιο γνωστό του και θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα του κινήματος κατά της αποικιοκρατίας. Στην ποίηση του, ο Σεζέρ εκφράζει την ανάγκη επιστροφής στην πολιτιστική ταυτότητα των Αφρικανών, καθώς και τον πόνο της αποικιοκρατίας και της αποξένωσης. Η γλώσσα του είναι γεμάτη ένταση και πάθος και συνδυάζει την ποίηση με πολιτικά μηνύματα κατά της αποικιοκρατίας.

♦ «Ο λόγος για τον αποικιοκρατισμό» (Discours sur le colonialisme, 1950): Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά πολιτικά έργα του, στο οποίο καταγγέλλει την αποικιοκρατία και την υποκρισία της Δύσης. Ο Σεζέρ αναλύει τις καταστροφικές συνέπειες της αποικιοκρατίας για τις υποδουλωμένες κοινωνίες και τονίζει την ανάγκη για την απελευθέρωση των αποικισμένων λαών.

♦ «Σύνδεσμοι» (Ferrements, 1950): Μία ακόμα συλλογή ποιημάτων που δείχνει τη βαθιά πίστη του Σεζέρ στην ανάγκη για επανάσταση και απελευθέρωση των καταπιεσμένων. Η ποίηση του είναι γεμάτη από δυναμικά και εκρηκτικά συναισθήματα.

♦ «Η τραγωδία του βασιλιά Χριστόφορου» (La Tragédie du Roi Christophe, 1963): Αυτό είναι ένα θεατρικό έργο που βασίζεται στη ζωή του βασιλιά Χριστόφορου, ο οποίος ηγήθηκε της επανάστασης στην Αϊτή. Η τραγωδία συνδέει την ιστορία της ανεξαρτησίας της Αϊτής με τις εξελίξεις του 20ού αιώνα και την πάλη για την ανεξαρτησία των αποικισμένων λαών.

♦ «Τα θαυματουργά όπλα» (Les armes miraculeuses, 1946): Μία ακόμη σημαντική θεατρική δημιουργία του Σεζέρ, την οποία χρησιμοποιεί για να αναδείξει τις πολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μαύροι στις αποικιοκρατούμενες περιοχές.

Ο Σεζέρ υπήρξε επίσης πολιτικός και υπηρέτησε ως δήμαρχος της πρωτεύουσας της Μαρτινίκα για αρκετές δεκαετίες, ενώ ήταν και μέλος της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης. Υποστήριξε την ανάγκη για την αναγνώριση των δικαιωμάτων των αποικιοκρατούμενων λαών και ήταν επικριτής της γαλλικής αποικιακής πολιτικής. Παράλληλα, ήταν φίλος και συνεργάτης του προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Σαρλ Ντε Γκώλ (Charles André Joseph Marie de Gaulle), αν και ποτέ δεν σταμάτησε να υπερασπίζεται τα δικαιώματα των υπηκόων των αποικιών.

Η κληρονομιά του Εμέ Σεζέρ είναι τεράστια. Εκτός από τη λογοτεχνία και την πολιτική του δράση, η σκέψη του και τα έργα του συνεχίζουν να επηρεάζουν την κουλτούρα και τον ακτιβισμό των μαύρων και των διανοουμένων που αγωνίζονται για την κοινωνική δικαιοσύνη και την πολιτική απελευθέρωση. Διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην ενίσχυση της Αφρικανικής συνείδησης και στην ανάδειξη της πολιτιστικής αξίας των μαύρων κοινοτήτων. Ο Σεζέρ παραμένει ένα σύμβολο του αγώνα για την ελευθερία, την ισότητα και την αναγνώριση των πολιτιστικών ταυτοτήτων των καταπιεσμένων λαών.

■ Ο Λεόν-Γκοντράν Νταμά (Léon Gontran Damas) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς, ποιητές και διανοούμενους της Αφρικανικής διασποράς και μια από τις κεντρικές φιγούρες του κινήματος του νεγροτισμού. Γεννήθηκε την 28/3/1912 στην Kayenn πρωτεύουσα της Γουιάνας, μια γαλλική αποικία στη Νότια Αμερική και πέθανε στις 22/1/1978 στη Washington, D.C. των ΗΠΑ. Ο Νταμά είναι γνωστός για την ποίηση του, η οποία αναζητά την αναγνώριση της αφρικανικής ταυτότητας και πολιτισμού, ενώ αντιστέκεται στον αποικιακό ρατσισμό και την καταπίεση των μαύρων ανθρώπων.

.
Ο Νταμά έγινε γνωστός για τη χρήση της ποίησης ως μέσο έκφρασης της μαύρης ταυτότητας και του αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη. Το έργο του συνδυάζει την ποίηση με κοινωνικές και πολιτικές ανησυχίες, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει τη σημασία της αλληλεγγύης μεταξύ των μαύρων κοινοτήτων σε όλο τον κόσμο. Η ποίησή του είναι φορτισμένη με συναισθηματική ένταση, και οι στίχοι του συχνά αντιμετωπίζουν την καταπίεση, τον ρατσισμό, την ιστορία των μαύρων και τον πόνο των ανθρώπων που υποφέρουν από τις συνέπειες του αποικιακού παρελθόντος. Από τα πιο σημαντικά του έργα είναι:

♦ «Χρωστικές» (Pigments, 1937). Το πιο γνωστό έργο του. Ο Νταμά διατυπώνει την έντονη αντίσταση στην αποικιοκρατία και τον ρατσισμό, ενώ εξυμνεί την πολιτιστική και πνευματική κληρονομιά των Αφρικανών. Το έργο του αυτό είναι γεμάτο συναισθηματική ένταση και χρησιμοποιεί τη γλώσσα με τρόπο που εκφράζει τη μαύρη εμπειρία, τον πόνο και τη δίψα για ελευθερία. Με αυτή τη συλλογή, ο Νταμά καθιερώνεται ως ένας από τους πιο ισχυρούς εκφραστές του νεγροτισμού. Η ποιητική γραφή του είναι φορτισμένη με μια ισχυρή αντίθεση στον αποικιοκρατικό κόσμο, φέρνοντας στο φως την καταπίεση και την υποτίμηση των μαύρων ανθρώπων και καλεί σε μια συνειδητοποίηση της αφρικανικής κληρονομιάς. Το έργο του έβαλε τον ποιητικό λόγο στην υπηρεσία του αγώνα κατά του ρατσισμού και της κοινωνικής αδικίας.

♦ «Ποιήματα νέγρων σε αφρικανικές μελωδίες» (Poèmes nègres sur des airs africains,1948). Ένα ακόμα έργο που δείχνει τον λόγο του Νταμά και την ένταση με την οποία αντιμετωπίζει τις κοινωνικές και πολιτικές του ανησυχίες. Χαρακτηρίζεται από τη δύναμη και την αμεσότητα της γλώσσας του.

♦ «Μαύρη ετικέτα» (Black Label, 1956):

Μια συλλογή ποιημάτων που θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα του και ένα σημαντικό κείμενο του κινήματος του νεγροτισμού, διερευνώντας βαθιά θέματα ταυτότητας, αποικιοκρατίας και της εμπειρίας των μαύρων σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από τη δυτική κουλτούρα. Μέσα από τη λυρική και δυνατή ποίηση, ο Νταμά πραγματεύεται θέματα αποξένωσης, εξέγερσης και αναζήτησης της ταυτότητας.

Η ποίηση του Νταμά χαρακτηρίζεται από το εκρηκτικό και συναισθηματικά φορτισμένο στυλ της. Η γλώσσα του είναι γεμάτη από έντονα συναισθήματα οργής, πόνο και μια βαθιά αγάπη για την αφρικανική κουλτούρα και κληρονομιά. Αντίθετα από τον πιο ακαδημαϊκό και φιλοσοφικό τόνο του Σανγκόρ, η ποίηση του Νταμά είναι περισσότερο αγωνιστική και εξαιρετικά εκρηκτική, γεμάτη συναισθηματική ένταση και αντίσταση. Εκτός από τα γραπτά του, ο Νταμά υπήρξε επίσης πολιτικός ακτιβιστής και συνεισέφερε σημαντικά στη διαμόρφωση της πολιτιστικής και κοινωνικής συνείδησης των μαύρων διανοούμενων και καλλιτεχνών της εποχής του. Συμμετείχε στην πολιτική ζωή, ασχολούμενος με την ανεξαρτησία των αφρικανικών κρατών και τη μετέπειτα πολιτική τους πορεία. Ενώ ζούσε στη Γαλλία, συνέχισε να υποστηρίζει τις αφρικανικές ανεξαρτησίες και το δικαίωμα των αφρικανικών λαών να αυτοπροσδιορίζονται. Ο Νταμά καταλαμβάνει μια μοναδική θέση στον πνευματικό κόσμο της Αφρικής, καθώς ήταν ταυτόχρονα καλλιτέχνης και πολιτικός ακτιβιστής, χρησιμοποιώντας τη δύναμη του λόγου για να ενισχύσει τον αγώνα κατά του ρατσισμού, της αποικιοκρατίας και να ενδυναμώσει τη μαύρη ταυτότητα.

■ Ο Λεοπόλντ Σεντάρ Σανγκόρ (Léopold Sédar Senghor) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές, πολιτικούς και διανοούμενους του 20ού αιώνα, θεωρείται ένας από τους βασικούς εκπροσώπους του κινήματος του νεγροτισμού. Γεννήθηκε στις 9 Οκτώβρη 1906 στην Joal-Fadiouth της Σενεγάλης και πέθανε την 20/12/2001 στο Verson της Γαλλίας. Ήταν όχι μόνο λογοτέχνης αλλά και ο σοσιαλιστής πρώτος πρόεδρος της Σενεγάλης (1960-1980). Από τους κύριους θεωρητικούς του νεγροτισμού και της αντίστασης στον αποικιοκρατισμό, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας και της Αφρικής γενικότερα.

.
Η ποίηση του Σανγκόρ αναγνωρίζεται για την έντονη συναισθηματική φόρτιση και για την προώθηση της αξίας της αφρικανικής ταυτότητας και του πολιτισμού. Αν και ήταν επηρεασμένος από την ευρωπαϊκή λογοτεχνία και φιλοσοφία, ο Σεντάρ Σανγκόρ εξέφρασε τη βαθιά του πίστη στον πολιτισμό και στις παραδόσεις της Αφρικής, ενώ υποστήριξε ότι οι Αφρικανοί έπρεπε να ενστερνιστούν και να επανακαθορίσουν τη δική τους ταυτότητα.

Σημαντικά έργα του είναι:

♦ «Τραγούδια Σκιάς» (Chants d’ombre, 1945). Η πρώτη συλλογή ποιημάτων του Σεντάρ Σανγκόρ και θεωρείται από τα πιο σημαντικά έργα της αντιαποικιοκρατίας. Στην ποίηση του, ο Σανγκόρ συνδυάζει τη γλώσσα της γαλλικής λογοτεχνίας με τη μαύρη πολιτιστική κληρονομιά, εκφράζοντας την περηφάνια του για τις ρίζες και την αντίσταση στον αποικιοκρατισμό.

♦ «Μαύροι Ιερείς» (Hosties noires, 1948): Αυτή η συλλογή ποιημάτων επεκτείνει τις θεματικές του Σεντάρ Σανγκόρ, επικεντρωμένη στην ανάλυση του αποικιακού καθεστώτος και στην αποδοχή της μαύρης ταυτότητας, με ισχυρές πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Η ποίηση του είναι γεμάτη από εικόνες της αφρικανικής κουλτούρας και της καταπίεσης των μαύρων ανθρώπων.

♦ «Αιθιοπικά» (Éthiopiques, 1956). Μια άλλη σημαντική ποιητική συλλογή στην οποία ο Σανγκόρ διερευνά την σχέση του αφρικανικού ανθρώπου με τη γη, τη φύση, και τον πολιτισμό. Αντιμετωπίζει τις κοινωνικές και πολιτικές προκλήσεις της εποχής του, ενώ παράλληλα προβάλλει την ομορφιά της αφρικανικής ταυτότητας.

♦ «Η Μαύρη Αφρική, αυτό που θέλω» (L’Afrique noire, ce que je veux, 1961). Αυτό το έργο είναι το πολιτικό και φιλοσοφικό του μανιφέστο για την Αφρική. Ο Σανγκόρ εκφράζει τις απόψεις του για τη σύγχρονη Αφρική, τη διαδικασία της ανεξαρτησίας και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι αφρικανικές χώρες.

♦ «Ποιήματα» (Poèmes, 1963): Συλλογή ποιημάτων που αποτυπώνει τις αντιφάσεις και τις επιθυμίες της αφρικανικής πραγματικότητας, με μια ισχυρή αφρικανική πολιτιστική ταυτότητα.

Ο Σεντάρ Σανγκόρ υπηρέτησε ως πρώτος πρόεδρος της Σενεγάλης από το 1960 μέχρι το 1980, συνέγραψε τον εθνικό ύμνο της χώρας και υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς ηγέτες της Αφρικής. Προώθησε την εκπαίδευση, τη δημοκρατία και την πολιτική σταθερότητα στη Σενεγάλη, ενώ υποστήριξε την ιδέα της Αφρικανικής Ενότητας, θέλοντας να δει τις χώρες της Αφρικής να συνεργάζονται για την πολιτική και οικονομική πρόοδο της ηπείρου. Άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στη λογοτεχνία, την πολιτική και την κουλτούρα της Αφρικής. Αν και η πολιτική του καριέρα έχει επηρεάσει τα πολιτικά κινήματα της ανεξαρτησίας, το έργο του ως ποιητή παραμένει κορυφαίο για την προώθηση της αφρικανικής ταυτότητας και της αντίστασης στον αποικιοκρατισμό. Έκανε μεγάλη προσπάθεια να αναδείξει τις πολιτιστικές αξίες της Αφρικής και να εδραιώσει μια νέα αφήγηση γύρω από τη μαύρη ταυτότητα και συνεχίζει να επηρεάζει τις σύγχρονες συζητήσεις γύρω από την αφρικανική ταυτότητα, την ανεξαρτησία και τις πολιτιστικές αξίες.

■ Ο Αμπντουλάγι Σαντζί (Abdoulaye Sadji) γεννήθηκε στο Tëngeéj της περιοχής του Ντακάρ της Σενεγάλης το 1900 και πέθανε την 15/12/1961 στο Ντακάρ. Ήταν δάσκαλος, συγγραφέας και πολιτικός που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της αφρικανικής λογοτεχνίας κατά τη διάρκεια του αγώνα κατά της αποικιοκρατίας και στη μετάβαση προς την ανεξαρτησία της Αφρικής. Ο Σαντζί άφησε ανεξίτηλο στίγμα στην ανάπτυξη της αφρικανικής λογοτεχνίας, τόσο για τις θεματολογίες του όσο και για τη χρήση της γλώσσας. Εκπαιδεύτηκε στη Γαλλία και επηρεάστηκε από τη γαλλική λογοτεχνία, τη γλώσσα και τη φιλοσοφία. Ήταν ένας από τους πρώτους συγγραφείς της Δυτικής Αφρικής που χρησιμοποίησαν τη γαλλική γλώσσα για να εκφράσουν τις πολιτιστικές, κοινωνικές πραγματικότητες και τους αγώνες των λαών της Αφρικής.

.
♦ Ο Σαντζί είναι κυρίως γνωστός για το έργο του «Νίνι, η μιγάδα από τη Σενεγάλη» (Nini, mulâtresse du Sénégal, 1946). Αυτό το έργο θεωρείται το πρώτο μυθιστόρημα που εκδόθηκε από Σενεγαλέζο συγγραφέα στη γαλλική γλώσσα. Εστιάζει στην αφρικανική κοινωνία και την αντίφαση μεταξύ της παραδοσιακής ζωής και των αλλαγών που προκαλεί η αποικιοκρατία. Η ιστορία ακολουθεί την πρωταγωνίστρια, τη Νίνι, μια μιγάδα γυναίκα μικρού αναστήματος που ζει σε μια κοινωνία με αυστηρούς κοινωνικούς κανόνες. Το μυθιστόρημα εξετάζει τις κοινωνικές ανισότητες, τις σχέσεις εξουσίας και τις διακρίσεις που υφίστανται οι γυναίκες στην αφρικανική κοινωνία, ενώ θίγει και την αντίσταση στη δυτική αποικιοκρατική πολιτική. Η Νίνι, αν και φαίνεται αρχικά μικρή και αδύναμη, αναπτύσσει έναν χαρακτήρα γεμάτο θάρρος και αντίσταση. Η χρήση της γαλλικής γλώσσας από τον Σαντζί στην αφήγηση δεν ήταν μόνο λογοτεχνική επιλογή, αλλά και πολιτιστική πρόταση, καθώς επιδίωκε να αναδείξει την αφρικανική ταυτότητα μέσα από το δυτικό γλωσσικό εργαλείο.

♦ Ένα άλλο γνωστό του έργο είναι «Το κάλεσμα της αρένας» (L’appel des arènes, 1951), Συνεχίζει να εξετάζει τις αντιφάσεις της αποικιοκρατικής κοινωνίας και τα διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι Αφρικανοί κατά τη διάρκεια της μετάβασης από την αποικιοκρατία προς την ανεξαρτησία. Ο τίτλος «Το κάλεσμα της αρένας» αναφέρεται στο κάλεσμα στην αρένα της πολιτικής και κοινωνικής μάχης, όπου οι ήρωες πρέπει να αγωνιστούν για την ταυτότητα και την ελευθερία τους. Στο μυθιστόρημα, ο Σαντζί ασχολείται με την ιδέα του «καλέσματος» για την αφρικανική κοινωνία να αντισταθεί στην αποικιοκρατική εξουσία και να αναλάβει δράση για τη διεκδίκηση της πολιτιστικής και πολιτικής ελευθερίας. Το έργο αποτελεί μια παραβολή για τις μάχες που διεξάγουν οι Αφρικανοί για την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους και την καταπολέμηση των εξωτερικών επιρροών που θέλουν να αλλοιώσουν την παράδοση και την πολιτιστική τους ταυτότητα.

♦ Το βιβλίο του «Το πρόβατο του Θεού» (Le mouton de Dieu, 1957), είναι άλλο ένα έργο του που ασχολείται με τις θρησκευτικές και κοινωνικές αξίες της αφρικανικής κοινωνίας, αναδεικνύοντας τις συγκρούσεις μεταξύ της παραδοσιακής πίστης και της καταστροφικής εισαγωγής του χριστιανισμού μέσω της αποικιοκρατίας. Μέσω της ιστορίας του, εστιάζει στην αμφιθυμία που υπάρχει στην αφρικανική κοινωνία, καθώς οι άνθρωποι αγωνίζονται να διατηρήσουν τις παραδόσεις τους, ενώ με την επέμβαση των αποικιοκρατών καλούνται να αφομοιώσουν νέες, δυτικές αξίες. Το έργο χρησιμοποιεί την αλληγορία και τη θρησκευτική αναφορά για να συζητήσει τα κοινωνικά και πολιτιστικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι Αφρικανοί κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας.

♦ Το τελευταίο του έργο πριν από τον θάνατό του, «Οι λύπες του έρωτα» (Les peines de l’amour, 1961), είναι μια ιστορία που εξετάζει τις ανθρώπινες σχέσεις μέσα στο πλαίσιο των κοινωνικών πιέσεων. Ενώ το έργο αυτό δεν έχει την πολιτική και κοινωνική βαρύτητα άλλων μυθιστορημάτων του, οι θεματικές του εξετάζουν τις προσωπικές αντιφάσεις, την αγάπη, και τις προσδοκίες που καθορίζουν τις σχέσεις των ατόμων σε σχέση με το κοινωνικό περιβάλλον.

Ανάμεσα στα άλλα γνωστά του έργα: «Τούνκα, ένας θρύλος της θάλασσας» (Tounka, une légende la mer, 1946) ,«Μαϊμούνα» (Maïmouna,1958), «Τι έχει να πει η αφρικανική μουσική» (Ce que dit la musique africaine, 1985) κλπ.

Ο Αμπντουλάγι Σαντζί στα έργα του ασχολείται με την αφρικανική ταυτότητα, τη διατήρηση της παράδοσης και της κουλτούρας και την αντίσταση στους αποικιοκρατικούς μηχανισμούς. Αναζητεί να καταγράψει τη ζωή του αφρικανικού λαού με την αίσθηση της ιστορίας του και εστιάζει στην πολιτιστική αξία των αφρικανικών παραδόσεων. Παράλληλα, αναγνωρίζει τις οδυνηρές επιδράσεις του δυτικού πολιτισμού στην Αφρική και τις κοινωνικές εντάσεις που προκύπτουν από τη σύγκρουση αυτών των δύο κόσμων. Με το έργο του διερευνά τις αντιφάσεις της αφρικανικής κοινωνίας υπό την αποικιακή κυριαρχία, αλλά και την αντίσταση και τις αντιφάσεις των ανθρώπων στην εποχή του αποικισμού. Ειδικότερα, εξετάζει το ζήτημα της ταυτότητας, τα κοινωνικά φύλα, τη σύγκρουση μεταξύ της παράδοσης και του δυτικού κόσμου, τη θέση της θρησκείας στη διαμόρφωση της ηθικής και των κοινωνικών σχέσεων. Διαδραμάτισε ρόλο στη διαμόρφωση μιας λογοτεχνίας που αφηγείται τις αφρικανικές εμπειρίες και τη μετάβαση από την αποικιοκρατία στην ανεξαρτησία, διατηρώντας ταυτόχρονα τη γλώσσα και τις παραδόσεις της Αφρικής. Από τους πρώτους συγγραφείς που επηρεάστηκαν και συνέβαλαν στην ανάπτυξη της σύγχρονης αφρικανικής λογοτεχνίας και της αντιαποικιοκρατίας παρά το γεγονός ότι το έργο του παραμένει λιγότερο γνωστό σε σύγκριση με άλλους μεγάλους συγγραφείς της Αφρικής. Αντιπροσώπευε τη φωνή της γενιάς που προσπαθούσε να κατανοήσει και να επιλύσει τα ζητήματα ταυτότητας, πολιτισμού και ανεξαρτησίας στην Αφρική, με έντονη την επιθυμία να αποτυπώσει τη ζωή και τις προκλήσεις των Αφρικανών κατά την αποικιοκρατική περίοδο, οι ιδέες του εξακολουθούν να επηρεάζουν τη σύγχρονη αφρικανική σκέψη και λογοτεχνία.

.
Καρικατούρα του Άγγλου σκιτσογράφου, εικονογράφου Edward Linley Sambourne με τίτλο: Ο κολοσσός της Ρόδου δρασκελίζει από το Κάιρο στο Κέιπ Τάουν (Cecil Rhodes striding from Cairo to Cape Town), 1892.